δρυπτω

δρυπτω
    δρύπτω
    (aor. ἔδρυψα - эп. δρύψα; поздн. aor. pass. ἐδρύφθην)
    1) отрывать, сдирать
    

(βραχίονα ἀπὸ μυώνων Hom.)

    2) раздирать, расцарапывать

(κάρα Eur.)

; med. раздирать себе
    

(παρειάν Eur.) или раздирать друг другу (παρειὰς ὀνύχεσσι Hom.)

    3) med. раздирать себе лицо (в знак скорби)
    

(αἱ γυναῖκες ἀναβοήσασαι ἐδρύπτοντο Xen.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "δρυπτω" в других словарях:

  • δρύπτω — tear pres subj act 1st sg δρύπτω tear pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύπτω — (Α) 1. σχίζω, ξεσχίζω, σπαράζω 2. (σε πένθος) κόπτομαι 3. επιδρώ επιβλαβώς στην υγεία. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστική λέξη που ανάγεται στη ρίζα *der «γδέρνω, ξεσχίζω» τού δέρω* και συνδέεται με το δρέπω*. Ο τ. εμφανίζει σύνθετα σε δρυφής (πρβλ. αμφιδρυφής) …   Dictionary of Greek

  • δεδρυμμένα — δρύπτω tear perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδρυμμένᾱ , δρύπτω tear perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδρυμμένᾱ , δρύπτω tear perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύψαι — δρύπτω tear aor imperat mid 2nd sg δρύπτω tear aor inf act δρύψαῑ , δρύπτω tear aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύψει — δρύπτω tear aor subj act 3rd sg (epic) δρύπτω tear fut ind mid 2nd sg δρύπτω tear fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύψω — δρύπτω tear aor subj act 1st sg δρύπτω tear fut ind act 1st sg δρύπτω tear aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυπτομένων — δρύπτω tear pres part mp fem gen pl δρύπτω tear pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυπτόμενον — δρύπτω tear pres part mp masc acc sg δρύπτω tear pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυψαμένω — δρύπτω tear aor part mid masc/neut nom/voc/acc dual δρύπτω tear aor part mid masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύπτε — δρύπτω tear pres imperat act 2nd sg δρύπτω tear imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύπτει — δρύπτω tear pres ind mp 2nd sg δρύπτω tear pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»